βομβώδης

βομβώδης, ες,
A = βομβητικός, Ael.N A6.37; of intestinal flatus, Gal.7.241.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βομβώδης — N A masc/fem acc pl (attic epic doric) βομβώδης N A masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) βομβώδης N A masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βομβώδης — βομβώδης, ες (Α) [βόμβος] ο βομβικός …   Dictionary of Greek

  • βομβώδη — βομβώδης N A neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βομβώδης N A masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βομβώδης N A masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βομβῶδες — βομβώδης N A masc/fem voc sg βομβώδης N A neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βομβώδεις — βομβώδης N A masc/fem acc pl βομβώδης N A masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.